Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2022

Προβλήθηκε η κινηματογραφική ταινία «Η φλόγα της δικαίωσης» με το ποιητικό πόνημα της Παρθένας Τσοκτουρίδου την Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2022 στο Τορόντο παρουσία κοινοτικών, πολιτικών παραγόντων και πολυπληθούς κόσμου

 


Το ποιητικό πόνημα της Παρθένας Τσοκτουρίδου για την ιστορία των Αλησμόνητων Πατρίδων προβλήθηκε στο κινηματοθέατρο Armenian Youth Center, την Κυριακή 20 Νοεμβρίου. Μια ποιητική προσφυγική ραψωδία από το θεατρικό εργαστήρι ΄ «Έκφραση», σε σκηνοθεσία της Νάνσυ Αθανασοπούλου – Μυλωνά.

Και στις δύο προβολές την Κυριακή το κοινό ήταν πολυπληθές ενώ παραβρέθηκαν κοινοτικοί και πολιτικοί παράγοντες. Μεταξύ όλων, ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας κ. Παναγιώτης Αντωνάτος, ο εκπρόσωπος της Ι. Αρχιεπισκοπής Καναδά και του Αρχιεπ. Κ. Σωτηρίου, π. Χαρίδημος Σαρρής, η πρόεδρος της ΕΚΤ κυρία Μπέτυ Σκουτάκη, ο εκπρόσωπος του ιδρύματος Ελληνικής Κληρονομιάς κ. Γιώργος Κερογλίδης, ο επαρχιακός βουλευτής κ. Aris Babikian, ο κ. Δημήτρης Καρυγιάννης από τη GTA Strategies, η εκπρόσωπος της ΑΧΕΠΑ Τορόντο κα Κάθυ Δήμου, ο Πρόεδρος της Αδελφότητας Ποντίων Τορόντο, κ. Κυριάκος Κωνσταντινίδης, ο πρόεδρος του Παλλακωνικού Συλλόγου κ. Γιάννης Χριστόπουλος, ο πρόεδρος της Παμμακεδονικής Ομοσπονδίας Καναδά κ. Γιώργος Δημητρακόπουλος.

Η ταινία, αφιερωμένη στα 100 χρόνια από την κορύφωση της Μικρασιατικής καταστροφής, ρίχνει φως στην τραγωδία του 1922, μέσα από διηγήσεις που προκαλούν δέος και ξυπνούν τη δύναμη της ιστορικής μνήμης. Στηριγμένη στην ιστορική αλήθεια, φιλοδοξεί να αφυπνίσει την εθνική συνείδηση των Ελλήνων σε όλη την οικουμένη, αλλά κα να διατηρήσει άσβεστη τη φλόγα της δικαίωσης για τους γενοκτονημένους Έλληνες της Μικρασίας και του Πόντου καθώς και αναλλοίωτη την ανάμνηση των ιδιαίτερων Πατρίδων των προγόνων μας με συγκεκριμένες ρίζες και ταυτότητα.

Σύντομες ομιλίες απηύθυναν ο Γεν. Πρόξενος της Ελλάδας στο Τορόντο κ. Παναγιώτης Αντωνάτος υπογραμμίζοντας την εύστοχη χρονική στιγμή που προβάλλεται η ταινία, τώρα που οι γείτονες Τούρκοι έχουν αποθρασυνθεί με τις ιταμές προκλήσεις τους εναντίον της Ελλάδας.

Μίλησε επίσης η σκηνοθέτης Νάνσυ Αθανασοπούλου, αναφερόμενη στους 90 ανθρώπους, τους εκφραστές και τιμητές του ελληνικού πολιτισμού, όπως χαρακτηριστικά είπε, που εργάστηκαν με πάθος, σεβασμό και αφοσίωση για την πραγματοποίηση αυτής της ιστορικής ταινίας, παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι είναι γεννημένοι στον Καναδά και η ελληνική είναι η δεύτερη γλώσσα τους.

Βασικός σπόνσορας της εκδήλωσης ήταν το Ίδρυμα Ελληνικής Κληρονομιάς, με σταθερή συμπαράσταση και υποστήριξη στις αξιόλογες πολιτιστικές διοργανώσεις της παροικίας μας.

Συγχαρητήρια στην θεατρική ομάδα για το κοπιαστικό εγχείρημα και στην κα Νάνσυ Αθανασοπούλου που με ψυχή ελληνική κατάφερε να ενώσει τους Έλληνες της ομογένειας με τους Έλληνες του Ελλαδικού χώρου σε μια ιστορική ταινία που σκοπό έχει την αφύπνιση της ιστορικής συνείδησης σε όλο τον πλανήτη.

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2022

Η φλόγα της δικαίωσης (της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

 

 

Εκατό χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ο προσφυγικός πληθυσμός μένει όρθιος.

Νοσταλγεί τις Χαμένες Πατρίδες.

Προσκυνάει τις Άγιες εικόνες της.

Κρατάει βαθιά την πίστη του στον Θεό και στην αγάπη του στην Ελλάδα.

Είναι η σιδερένια θωράκιση της Ελλάδας.

Χέρι χέρι πιασμένοι οι ομογενείς Έλληνες του Τορόντο στον Καναδά μέσω του θεατρικού εργαστηρίου ΕΚΦΡΑΣΗ σε ποίηση της Παρθένας Τσοκτουριδου και σκηνοθεσία της Νάνσυ Αθανασοπούλου Μυλωνά παρουσιάζουν στην κινηματογραφική ταινία Η ΦΛΌΓΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΊΩΣΗΣ την αλήθεια της αιματοβαμμένης ιστορίας τους μη σιωπωντας στην τραγωδία που έζησε ο γενοκτονημενος λαός μας, αφυπνίζοντας όλα τα έθνη στην ιστορική μας συνείδηση ώστε να μην μείνουν ασυγκίνητοι στον ανελέητο και χωρίς διάκριση διωγμό τους που έμεινε ατιμώρητος έως τώρα.

Η φλόγα της δικαίωσης θα ανάβει στους αιώνες των αιώνων ενάντια στον βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό των λαών της Μικράς Ασίας και της Κύπρου από τους Τούρκους.

Είναι μια κινηματογραφική ταινία που πρέπει και αξίζει να τη δουν όλοι απανταχού στον πλανήτη.

Η φλόγα της δικαίωσης θα ανάβει για τον σκοτωμό χιλιάδων αθώων ψυχών με ερωτήματα αναπάντητα για τις εξορίες, τη λεηλάτηση των περιουσιών, το κάψιμο των σπιτιών, για τους χιλιάδες νεκρούς στους χιονισμένους δρόμους, για όλα τα κακουργήματα των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων.

Τι κρύβεται πίσω από την εξοντωτική αυτή λύσσα των Τούρκων εναντίων του ελληνικού στοιχείου;

Πότε οι Τούρκοι πολιτικοί θα ζητήσουν συγνώμη για τα εγκλήματα του έθνους τους που υπέστησαν τα θύματα του Μικρασιατικού ελληνισμού και της ποντιακής γενοκτονίας και δεν θα συνεχίζουν να καυχώνται για αυτά με την απειλή ότι θα τα επαναλάβουν;

Η φλόγα της δικαίωσης ανάβει και για την ειρήνη των λαών σε όλον τον κόσμο προσδοκώντας αγάπη και ομόνοια τώρα, σήμερα, αύριο και πάντα.

Η φλόγα της δικαίωσης ας ανάψει στην αιωνιότητα και το κάψιμο της ας ακουστεί στα πέρατα του κόσμου πέρα από φυλετικές φαντασιώσεις και ναζιστικά πρότυπα.

Είναι σίγουρο ότι η φλόγα της δικαίωσης θα ανάβει πάντοτε για την ενότητα του ελληνικού λαού σε όλο τον πλανήτη, η οποία με την αγνότητα και την αυθεντικότητα της είναι στον υπέρτατο βαθμό δεδομένη.

20 Νοεμβρίου 2022 η πρεμιέρα της ταινίας ανάβει τη φλόγα της δικαίωσης από το Τορόντο πρωτοστατώντας ώστε η γλώσσα, η ιστορία και ο πολιτισμός μας να είναι πάντα σε πρώτη μοίρα ενάντια σε όσους θέλουν να τα εξαλείψουν.

Η ταινία αυτή έχει ΔΙΚΑΊΩΜΑ ΣΤΗ ΔΙΑΦΟΡΆ.

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

Η κινηματογραφική ταινία "Η ΦΛΟΓΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΩΣΗΣ" βασισμένη στο Ποίημα της Παρθένας Τσοκτουρίδου "ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΡΑΨΩΔΙΑ (1922)" προβάλλεται στις 20 Νοεμβρίου 2022 στο Τορόντο του Καναδά από το θεατρικό εργαστήρι "ΕΚΦΡΑΣΗ" και σκηνοθεσία-σενάριο της Νάνσυ Αθανασοπούλου Μυλωνά

 


Η κινηματογραφική ταινία με την επική ποιητική δύναμη ως θεματοφύλακας του ελληνισμού και της εθνικής μας κληρονομιάς, είναι πλέον γεγονός.

Προβάλλεται στις 20 Νοεμβρίου 2022 στο Τορόντο του Καναδά χάρη στην αδάμαστη θέληση της θεατρικής ομάδας ΕΚΦΡΑΣΗ με ανθρώπους της ομογένειας που έχτισαν και ξαναέχτισαν τη ζωή τους σε έναν ξένο τόπο και μας δίνονται τώρα με το παίξιμο τους με ένα τρόπο αληθινά συγκλονιστικό.




Τα κείμενα, πεζά και ποιητικά, φρονιματίζουν εθνικά, εξυψώνουν ηθικά, συναρπάζουν λογοτεχνικά.

Η φλόγα της δικαίωσης των Ελλήνων προσφύγων του Πόντου και της Μικρασιατικής καταστροφής μεταδίδεται με το πάθος των θεατρανθρώπων άμεσα στους τηλεθεατές.



Ο πλούτος των λέξεων, η πλαστικότητα των κινηματογραφικών εικόνων και ο γοργός Ρυθμός που κυριαρχεί, κάνουν την ταινία ενδιαφέρουσα και συγκλονιστική με συγκινησιακό ύφος και χαρακτήρα.

Ο λόγος μεστός, γεμάτος ιστορικά και ηθογραφικά μηνύματα, κάνει την ταινία χειμαρρώδη, πολυσύνθετη, οραματιστική, αγωνιστική, με βαθιές πνευματικές ρίζες και μια πολιτιστική δεξαμενή ενός αιώνα πίσω της που ποτίζει με τη Ρωμιοσύνη ακατάπαυστα το δέντρο της ζωής.


Οι βασανισμένες ψυχές των ανθρώπων βρίσκουν αποκούμπι στη θρησκεία, στην ελπίδα και στην παρηγοριά.

Ω, αθάνατη ελληνική φυλή, που παίρνεις θάρρος με το χέρι βοηθείας του Θεού να προχωρήσεις στην υπέρβαση της θνητής σου ύπαρξης, επικοινωνώντας με το θείο, μέσω της συγνώμης, της υπομονής, της αγάπης, της ελπίδας και της δύναμης, για να συνεχίσεις την πορεία σου, να προχωρήσεις μπροστά και να σημαδεύεις την πορεία σου στο τραχύ ανηφόρι της ζωής σου που σε οδηγεί στην ξενιτιά....

Η ηγέτιδα της σκηνοθεσίας Νάνσυ Αθανασοπούλου Μυλωνά, που εμπνέει, ξεσηκώνει, θεμελιώνει τη νέα ζωή πάνω στα ερείπια της προηγούμενης, βγαλμένη από τα σπλάχνα του ίδιου του λαού, που αγαπάει, διδάσκει και μιλάει τη γλώσσα των προγόνων της, ήταν πάντα και είναι το μέλλον και η πίστη στα αθάνατα πεπρωμένα του.

Ακούραστη, σίγουρη, αποφασιστική, θαρραλέα, γίνεται το σύμβολο του θεματοφύλακα της ελληνικής ιστορίας που κουβαλάει στους ώμους τα ιερά και τα όσια της φυλής της.

Νάνσυ Αθανασοπούλου Μυλωνά
Σκηνοθέτης

Ένας μεγάλος θαυμασμός διέπει ψυχική δύναμη στην αντοχή και τη θέληση όλων των ομογενών Ελλήνων που συμμετέχουν σε αυτή την ταινία φιλικά και ανθρώπινα.


Ας προστρέξουμε λοιπόν όλοι μαζί πρόθυμα να δούμε την ταινία αυτή απονέμοντας τους την τιμή που τους πρέπει με τη φλόγα της δικαίωσης να ανάβει στους αιώνες των αιώνων για το τολμηρό τούτο διάβημα τους που σκοπό έχει την ιστορική αλήθεια και την δικαίωση τους εσαεί.


Παρθένα Τσοκτουρίδου
Ποιήτρια - Συγγραφέας








Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022

"Οι Μωμόγεροι Κομνηνών Εορδαίας στα Κοζανίτικα Αρχεία" - Ένα αρχαιοελληνικό έθιμο του Πόντου σε Ιστορικο-Λαογραφική Μελέτη της Παρθένας Τσοκτουρίδου

 

Ανάμεσα στις άλλες εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής που χαρακτηρίζουν τη ζωντάνια του ελληνικού πολιτισμού, συναντούμε τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις των Ποντίων Ελλήνων, που έχουν τις ρίζες τους στα βάθη της ιστορίας κι αποτελούν εκδήλωση της ενότητας της φυλής μας. Υπάρχουν βέβαια και πολλά γραφικά ήθη και έθιμα, που παρά την τραγωδία της προσφυγιάς των Ποντίων, συνεχίζουν να διατηρούνται απ' αυτή, συνδέοντας έτσι το παρόν με το μακραίωνο ιστορικό παρελθόν μας.
Θίγοντας το θέμα των Μωμόγερων, καλό είναι να τεθεί ως αφετηρία των σκέψεων μας η αναζήτηση μέσα στα βάθη της ιστορίας των πρώτων πολιτισμικών σκιρτημάτων, με σκοπό να βρεθεί η αρχική πηγή πολλών μεγάλων πολιτισμικών ναμάτων. Ο σύγχρονος πολιτισμός δεν αποσυνδέεται από τις πολιτισμικές δημιουργίες των προηγούμενων γενεών. Η δημιουργία του σήμερα έχει τις ρίζες της στη δημιουργία του χθες. Όλα όσα δημιούργησαν οι προηγούμενες γενιές, έχουν τις συνισταμένες και τις συνιστώσες τους.
Το κύριο βάρος λοιπόν μιας πολιτισμικής προσπάθειας πέφτει σίγουρα στη μελέτη του παρελθόντος, καθώς και στην προσπάθεια βίωσης κι επικοινωνίας των περασμένων. Η συναναστροφή μόνο με τους νεκρούς είναι ολιγαρκής. Θα πρέπει να τους ζωντανεύουμε και μέσα στην ψυχή μας. Μέσα στην προσπάθεια της διατήρησης του πολιτισμού μας υπάρχει μια μυστηριακή δύναμη, που κινεί τους τροχούς της ιστορίας. Η εξημερωτική δύναμη του πνευματικού μας πολιτισμού δεν μας επιτρέπει να καταστρέψουμε ότι με μόχθους αιώνων δημιουργήσαμε. Έτσι, γυρνώντας στις αξίες που σε άλλες εποχές μόρφωσαν και δυνάμωσαν τις ψυχές μας, το κεφάλαιο των Μωμόγερων γίνεται σταθμός στη ζωή μας για να αναλυθεί συνειδητά όχι μόνο η προσωπική τους οντότητα, αλλά και η ιστορική τους προέλευση.

Μωμόγερος, είναι η σύνταξη ενός ονόματος, που αναβλύζει από την ιστορία της αρχαιότητας σε συσχέτιση με τα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης και σημαίνει στην ποντιακή διάλεκτο ο εσχατόγερος, ο καρνάβαλος. Δύο σύνθετες λέξεις (Μώμος + γέρος) από την ελληνική ιστορία συνταίριαξαν και σχηματίστηκαν σε μια απλή για να δώσουν μια σειρά πραγμάτων. Η λέξη Κοτζ(σ)αμάνια προέκυψε μέσα από τον κουτσό χορό των γερασμένων κατά την εκδοχή ανδρών. Στην ποντιακή διάλεκτο η λέξη κοτζ(σ)αμάνος σημαίνει γέρος.Επίσης, οι παράγωγες λέξεις κοτζέας-κοτζίζω-κότζι σημαίνουν κουτσός-κουτσαίνω-κουτσαίνοντας αντίστοιχα.

Ο Μωμόγερος ή αλλιώς τα Κοτζ(σ)αμάνια είναι ένα έθιμο, που πηγάζει από την ίδια την κοινωνία. Η λέξη Μωμόγερος εύκολα διαπιστώνουμε ότι έχει προέλευση από την μυθολογία, όπου αναφέρεται ότι ο Μώμος ήταν ο γιος του Ύπνου και της Νύχτας. Ο Ησίοδος μας αναφέρει ότι ο Μώμος ήταν η προσωποποίηση της μομφής και της κατάκρισης και μάλιστα ότι πέθανε από την στενοχώρια του, επειδή δεν μπόρεσε να βρει καμιά ατέλεια στη θεά Αφροδίτη, ο δε Πλάτων θεωρούσε ότι τέλειο έργο ήταν εκείνο στο οποίο δεν μπορούσε να βρει ψεγάδι ούτε ο Μώμος.

Γιατί όμως ο Μώμος πέθανε από την στενοχώρια του επειδή δεν μπόρεσε να βρει καμιά ατέλεια στη θεά Αφροδίτη; γεννιέται το ερώτημα. Μήπως την ζήλευε για τις τέλειες καλλίγραμμες αναλογίες της; Για το ότι εκείνη ήταν νέα ενώ εκείνος ήταν γέρος; Μήπως ζήλευε τον κουτσό της σύζυγο, τον Ήφαιστο, ο οποίος απολάμβανε τα κάλλη της και όχι μόνο, αφού είχε πάντα ωραίες γυναίκες και γι' αυτό τον λόγο να τον μιμούνταν κουτσαίνοντας; Ή πάλι μήπως κούτσαινε, επειδή πιθανόν ευθυνόταν γι΄ αυτό η Μορμώ; Ποια ήταν η Μορμώ; Ένα μυθικό τέρας, πλασμένο στη φαντασία των μανάδων, για να φοβερίζουν τα παιδιά τους. Μια πολύ άσχημη και τρομαχτική γυναίκα, που όταν την έστελνε η Εκάτη από τον Άδη, δάγκωνε τα παιδιά ή τα άφηνε κουτσά.
Εδώ, πρέπει να αναφερθεί το γεγονός ότι, οι Μωμόγεροι φορούσαν προσωπίδες, που παρίσταναν τη Μορμώ, τα μορμολύκεια, που ήταν μάσκες ή μούντζες καμωμένες από χαρτόνια, δέρματα ή προβιές και διασκέδαζαν χορεύοντας, δημιουργώντας ασυναίσθητα κι αυθόρμητα ένας είδος θεατρικού δρώμενου, που προερχόταν από τη συνείδηση τους και του οποίου η συνεχής άσκηση υπήρξε αδιάκοπη και μακροχρόνια. Πιθανολογείται όμως ότι προήλθε από τον 6ο Π.Χ. αι. από τις γιορτές των Μεγάλων Διονυσίων, οι οποίες γιορτάζονταν με κρασί και ευθυμία από άντρες μεταμφιεσμένους σε Σειληνούς και Σάτυρους γύρω από το άγαλμα του θεού Διόνυσου. Η λατρεία του θεού είχε κυριαρχήσει σ' όλο το πανελλήνιο κι αργότερα πολύ και στον Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος τον λάτρευε και τον τιμούσε μαζί με τους Μακεδόνες, μη παραλείποντας να κάνουν κάθε χρόνο τη γιορτή του.
Κάποια μέρα, πάνω στο ινδικό βουνό που βρίσκονταν, η ατμόσφαιρα τους θύμισε Ελλάδα. Τότε έπιασε νοσταλγία τον Μ. Αλέξανδρο και θέλησε να θυμηθεί τη γιορτή του θεού...


Ο Αλέξανδρος ξεκίνησε.

Με τους εταίρους κίνησε

ν' ανέβει στο βουνό.

Έφτασε στον Μηρό.



-Διόνυσε, φώναξε, θεέ μυστηριώδη,

με την έλξη την τρικυμιώδη,

αφάνταστα με γοητεύεις

και την καρδιά μου κυριεύεις.

Διόνυσε, θεέ άπολι!

Εταίροι και Πεζοί

όλοι ήμαστε τώρα μαζί σου,

εσύ, εμείς και οι Κισσοί σου.



Ακούστηκε τότε η φωνή του Διόνυσου:

Καλωσορίσατε όλοι.

Δεν θέλω να αισθάνεστε μόνοι

εδώ που όμορφα μυρίζει

και την Ελλάδα σας θυμίζει.

Να γίνει θέλω μυστικά,

να γίνει μυστηριακά

ν' αρχίσετε όλοι να γελάτε

και με χορούς να το γλεντάτε.

Πλέξτε στεφάνια από κισσούς

από τους πιο διαλεκτικούς.

Στο κλίμα να επικρατεί

υποδοχή πολύ θερμή.

Στα δάση του ινδικού βουνού

γίνετε σκλάβοι του κρασιού

κι απ' τον πολύ ενθουσιασμό

να βγάζετε άγριο ουρλιαχτό



Οι Μακεδόνες αποκρίθηκαν στο κάλεσμα του:

Ευοί! Ευάν! Ευοί! Ευοί!

Ελλάδα μας νοσταλγική

Οι Βάκχοι εμείς οι νεανικοί

Έχουμε θάρρος και ορμή.


Κι ο Διόνυσος εξέφρασε την επιθυμία του:

Δέκα ημέρες να γλεντούν.

Να μη μπορούν να αντισταθούν.

Και μεθυσμένοι να γελούν.

Να ξεχαστούν και να χαρούν.

Να διώξουν θλίψη απ' το μυαλό

μέσα στο γλέντι το τρελό

τάχα πως είναι στο βουνό

της Πατρίδας τους το ελληνικό.


(Ποίηση: Π. Τσοκτουρίδου)



Τα Διονύσια διεξάγονταν σε πολλά μέρη και από τις γιορτές του Διόνυσου γεννήθηκαν θεατρικά έργα, που παίζονταν στη σκηνή με διάλογο, μίμηση, χορό, μουσική, τραγούδι, άλλα με τραγική λύση (δράματα) και άλλα με κωμική (κωμωδίες). Έτσι ενδέχεται ότι δημιουργήθηκε και το θεατρικό δρώμενο Μωμόγεροι, το οποίο υποθέτουμε ότι θα παιζόταν στα πέντε αρχαία κλειστά θέατρα στον Πόντο, στις περιοχές Αμισού, Αμάσειας, Τίειου, Αμάστριδος (Παφλαγονίας) και Κερασούντας.
Το θεατρικό δρώμενο Μωμόγεροι με την αρχική του μορφή, την οποία δεν γνωρίζουμε επακριβώς, πιθανολογείται ότι ήταν αφιερωμένο κι αυτό στις γιορτές προς τιμή του Διόνυσου και μπροστά στους θεατές του να διηγούνταν, να μιμούνταν και να παράσταιναν τα σχετικά με το θεό, επιδιδόμενοι κι εκείνοι σε μεταμφιέσεις και φαιδρές γιορτές, λέγοντας χοντρά αστεία και τσουχτερά πειράγματα, προκαλώντας μ' αυτό τον τρόπο το γέλιο των θεατών. Οπωσδήποτε, θα γεννήθηκαν αυτοσχέδιες ή πρόχειρες κωμικές παραστάσεις, μη γνωρίζοντας πάντα βέβαια ούτε την εξέλιξη τους για εκείνη την εποχή, αλλά ούτε και τη σπουδαιότητα τους. Θα πρέπει όμως να είχαν σαν βασικό χαρακτηριστικό τους τον πολιτικό προσανατολισμό, την ανεξαρτησία, το θάρρος, την ελευθερία σκέψης και λόγου, σχολιάζοντας τους φορείς της πολιτικής εξουσίας της εποχής και κρίνοντας τις πράξεις τους, όπως αυτό συνέβαινε σε όλες τις αρχαίες κωμωδίες. Επίσης, εξίσου χαρακτηριστικό τους θα ήταν και το χωρίς όρια φτερούγισμα στο χώρο της φαντασίας και η υπέρβαση της πραγματικότητας, με κυρίαρχο το στοιχείο του παράλογου σε ποικιλίες.
Συναντούμε όμως και κάτι άλλο στη μυθολογία σχετικά με τον Μώμο, που ίσως μας διαφεύγει στο θέμα των Μωμόγερων και το οποίο θα πρέπει να λάβουμε υπόψη σαν εκδοχή της έκβασης του όλου δρώμενου με τις μετέπειτα εξελίξεις του. Συναντούμε τον Μώμο να συμβουλεύει τον Δία να γεννήσει μια πανέμορφη κόρη και να παντρέψει την Νηιρίδα Θέτιδα με θνητό άνδρα. Του είπε ακόμη ότι αν γίνουν αυτά τα δυο, σύντομα θα γινόταν πόλεμος κι έτσι θα ξαλάφρωνε η γη από τους ασεβείς ανθρώπους. Ο Δίας ακολούθησε την συμβουλή του Μώμου. Έτσι, γεννήθηκε η ωραία Ελένη που παντρεύτηκε τον Μενέλαο και η Θέτιδα που παντρεύτηκε με τον θνητό Πηλέα στο Πήλιο με προσκεκλημένους θεούς και ανθρώπους, κατόπιν συμβουλής του Μώμου, εκτός από την Έριδα, η οποία θύμωσε πολύ και για να τους εκδικηθεί πέταξε στη μέση του γλεντιού ένα μήλο, λέγοντας ότι έπρεπε να το δώσουν στην πιο όμορφη. Το μήλο διεκδίκησαν τρεις θεές: η Ήρα, η Αθηνά κι η Αφροδίτη. Ο Δίας όρισε κριτή στο διαγωνισμό το γιο του Πριάμου, του βασιλιά της Τροίας, τον Πάρη.

Οι θεές υποσχέθηκαν στον Πάρη δώρα:

Α) η Ήρα θα τον έκανε κυρίαρχο βασιλιά της Ασίας και της Ευρώπης.

Β) η Αθηνά θα τον έκανε δυνατό πολεμιστή.

Γ) η Αφροδίτη θα του έδινε γυναίκα την Ελένη με τη θεική ομορφιά.

Ο Πάρης προτίμησε την Αφροδίτη και της έδωσε το μήλο.

Η Αφροδίτη κατόπιν τον βοήθησε να την κλέψει από τον άνδρα της τον Μενέλαο, που τον φιλοξένησε στο παλάτι, αφού προηγουμένως τους ένωσε και τους δύο και να την πάει στην Τροία, όπου γιόρτασαν τον γάμο τους κι από κει και πέρα δημιουργήθηκε ο γνωστός σε όλους μας Τρωικός πόλεμος (1184 Π.Χ), στον οποίο ξεκίνησε και η παράδοση του πολεμικού χορού πυρρίχιου ή σέρα, από τον Πύρρο. Ποιος ήταν ο Πύρρος; Ο Νεοπτόλεμος, γιος του Αχιλλέα και της Δηιδάμειας, ο οποίος ονομαζόταν έτσι από το θηλυκό όνομα Πύρρα, που είχε ο πατέρας του όταν κρυβόταν στα ανάκτορα του Λυκομήδη. Ο Νεοπτόλεμος λοιπόν πολέμησε στην Τροία, με την προτροπή του Οδυσσέα, του Φοίνικα και του Διομήδη, με γενναιότητα κι έκανε πολλά κατορθώματα: σκότωσε τον Ευρύπυλο, γιο του Τήλεφου κι ύστερα χόρεψε έναν πολεμικό χορό, που από τότε ονομάστηκε πυρρίχιος.
Ο Πυρρίχιος χορός των Ποντίων τραγουδιόταν και χορευόταν από τα πολύ παλιά χρόνια. Τον τραγουδούσαν ο Όμηρος, ο Πλάτωνας, ο Ξενοφώντας, ο Λουκιανός κι ο Παπαμιχαλόπουλος. Τον χόρευαν οι Κουρήτες της Κρήτης, οι Θορηβόντες της Μ. Ασίας, οι Αθηναίοι στα Παναθήναια, οι Σπαρτιάτες στα Διόσκουρα, οι θρυλικοί Ακρίτες στον Πόντο.
Έχοντας υπόψη όλα αυτά τα ιστορικά συμβάντα που έγιναν στον Τρωικό πόλεμο, πιθανολογείται, πως όταν δημιουργήθηκε το θεατρικό δρώμενο των Μωμόγερων, ότι στην αναπαράσταση του κλέψιμου της νύφης, που βλέπουμε σήμερα, τότε η νύφη να συμβόλιζε την ωραία Ελένη και αργότερα να τροποποιήθηκε σύμφωνα με τις πολιτικές καταστάσεις της εκάστοτε εποχής και η ωραία Ελένη να αντικαταστάθηκε στην πορεία από μια άλλη νύφη, την Ελλάδα, που θα εξετάσουμε στη συνέχεια, την οποία παρομοίασαν σε ομορφιά οι Μωμόγεροι με την Ελένη.
Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες της ιστορίας βλέπουμε τους Πόντιους να δέχονται τους Μυρίους του Ξενοφώντα και να γίνονται συμπολεμιστές του Μ. Αλεξάνδρου, κατά την εκστρατεία του στην Μ. Ασία, όπου και κυριαρχεί στα στενά του Βοσπόρου, του Εύξεινου Πόντου και του Αιγαίου κι απελευθερώνει τις Ιωνικές πόλεις, που ήταν κάτω από τον περσικό ζυγό από την εποχή της Ανταλκίδειας Ειρήνης.
Η εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου πρέπει να στάθηκε σταθμός στην πορεία του θεατρικού δρώμενου, όπου μετέπειτα άλλαξε, εφόσον οι Μωμόγεροι που βλέπουμε σήμερα, μιμούνται τον στρατό του Μ. Αλεξάνδρου και φορούνε την περικεφαλαία του, που θα δούμε στη συνέχεια. Αυτό το θεατρικό δρώμενο το συναντούμε σήμερα, κυρίως στους Μωμόγερους της περιοχής Κοζάνης, όπου βλέπουμε να μιμούνται τον στρατιωτικό βηματισμό της Αλεξανδρινής εποχής.
Εδώ να πούμε ότι η Ματσούκα καταλάμβανε 70 χωριά. Οι Μωμόγεροι πάνω στα βουνά της ήταν κατά ομάδες, γιατί δεν ήταν τίποτα άλλο από πολεμιστές αντάρτες. Επομένως χόρευαν το θεατρικό δρώμενο διαφορετικά μεταξύ τους, εφόσον δεν υπήρχε συνεννόηση να το χορεύουν όλοι με τις ίδιες φιγούρες κι αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι τα θεατρικά δρώμενα του Μωμόγερου στο Νομό μας ποικίλουν κατά πολύ στις φιγούρες που κάνουν. Άσχετα όμως μ' αυτό, είναι γεγονός ότι καταφέρνουν να επικοινωνούν μαζί μας πετυχαίνοντας την έκσταση σε όλο της το μεγαλείο.
Επιστρέφοντας στο θέμα μας, λοιπόν, αναφερόμαστε στους αιώνες που ακολούθησαν μετέπειτα, μετά Χριστόν. Τότε, το θεατρικό δρώμενο Μωμόγεροι θα πρέπει να άλλαξε ριζικά μορφή, όπως και όλα τα θεατρικά είδη, όπου δεν γινόταν πλέον κανένας λόγος για τον θεό Διόνυσο, αφού ο Χριστιανισμός στη συνέχεια επέδρασε καταλυτικά στη φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων.
Το αρχαίο πνεύμα έσβησε το 592 Μ.Χ., όταν ο Ιουστινιανός έδωσε εντολή να κλείσουν οι φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας και μετατράπηκαν σε χριστιανικούς ναούς ο Παρθενώνας, το Θησείο, το Ερεχθείο, το Ασκληπιείο κ.α. Πλήθος από έργα καταστράφηκε από φανατισμένους χριστιανούς και απαγορεύθηκε για πολλά χρόνια η μελέτη των κλασσικών έργων μέχρι τον 17ο αι., όπου οι προσωπικότητες της πνευματικής ζωής συνέβαλαν στην ανάπτυξη της ιδρύοντας στην Αθήνα την πρώτη Σχολή. Μετά ακολούθησαν κι άλλες, στις οποίες διδάσκονταν και το πνεύμα των αρχαίων Ελλήνων. Όλο αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, εάν υπήρχαν συγκεκριμένοι θεατρικοί διάλογοι στο δρώμενο του Μωμόγερου, αυτοί δεν διατηρήθηκαν με τις καταστροφές και τις απαγορεύσεις που έγιναν στο πανελλήνιο.
Όλα όσα προαναφέραμε, πιθανολογούνται σύμφωνα με τη ελληνική ιστορία, γιατί και σε μας τις νεότερες γενιές, δεν παραδόθηκε κανένα θεατρικό υλικό με διαλόγους από τους παππούδες μας, με την διδαχή κι εκμάθηση του δρώμενου απ' αυτούς, παρά μόνο ο χορός που βλέπουμε σήμερα και κάποτε-κάποτε μπορεί και η όλη αναπαράσταση του κλέψιμου της νύφης. Γι' αυτό και συνεχίζουμε να μελετούμε το δρώμενο πάντα με ενδιαφέρον, απορίες και πολλά ερωτηματικά.
Παρ' όλα όσα συνέβηκαν, το θεατρικό δρώμενο των Μωμόγερων διατηρήθηκε. Επειδή όμως η Ματσούκα στα Βυζαντινά χρόνια μεταβλήθηκε σε ορμητήριο των αυτοκρατορικών στρατιωτικών δυνάμεων κι έγινε το κέντρο της ορθοδοξίας και στο μεταξύ στα οροπέδια και στις βρυσομάνες μεγαλούργησαν οι Ακρίτες, οι οποίοι δεν ήταν τίποτε άλλο από αγρότες που υπεράσπιζαν τη γη τους, κι εφόσον ο Μωμόγερος διατηρήθηκε από αγωνιστές πάνω στα βουνά, το θεατρικό δρώμενο διατήρησαν εκείνοι, που με την παλικαριά και την ανδρεία τους έγιναν ακριτικά άσματα. Διατηρήθηκε από τον κάθε Ακρίτα, που δείχνει την Εθνική μας παρουσία και την αθανασία της ελληνικής ψυχής, που την περιτριγυρίζει η γενναιότητα, ο ηρωισμός και το ατρόμητο των Ελλήνων. Από τον Διγενή, τον Μάραντο, τους Γαβράδες, τους Ακρίτες με την αγωνιστική διάθεση και τον ρόλο που είχαν παίξει στη μετάδοση και διάδοση των ωραίων ιδεών, σε όλους τους λαούς. Και όπως ο Ακρίτας, έτσι κι ο Μωμόγερος, όσα χρόνια κι αν πέρασαν, δεν έσβησαν σαν ιδέα, σαν πίστη και σαν σύμβολο εθνικής αγωγής και συμπεριφοράς.
Κι αν καμιά φορά λείπουν από τα ιστορικά παρόντα, ξαποσταίνουν και ξαναφαίνονται μετά στη ζωή, φωτίζοντας κι ανασταίνοντας τους λαούς με το παράδειγμα τους, της αυτοθυσίας, καθώς και της αγωνιστικής και ιδεολογικής συμπεριφοράς και φιλελεύθερης συγκρότησης.


Τους σκλαβωμένους Πόντιους οι Τούρκοι αφεντεύανε.

Άρπαζαν, ατιμάζανε, ταπείνωναν και καίγανε.

Κι όποιος δεν πλήρωνε καλά τους φόρους στους αφέντες

Του' παιρναν το κεφάλι του και το' κοβαν σε φέτες.

Ραγιάδες και Γκιαούρηδες τους Έλληνες φωνάζανε

Κλείνανε τα σχολεία μας, τις εκκλησιές ρημάζανε.

Μα εμείς αντισταθήκαμε στη βάρβαρη σκλαβιά μας

Ακρίτες με όπλα γίναμε στ' απάτητα βουνά μας.

Φόβος και τρόμος γίναμε στους Τούρκους και δαιμόνια

Κεφάλια παίρναμε πολλά σε κορυφές κι αλώνια.

Ήμασταν οι αδούλωτοι Ακρίτες κι οι γενναίοι

Ελευθερία θέλαμε, εμείς καπεταναίοι.


(Ποίηση: Π. Τσοκτουρίδου)




Συνεχίζουμε όμως να ξεφυλλίζουμε τις σελίδες της ιστορίας και αναφέρουμε επιγραμματικά ότι μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (1204-1453) άρχισε στην Ευρώπη η αναβίωση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος με την επίδραση των Ελλήνων λογίων, που κατέφυγαν εκεί.
Το 1461 έχουμε την κατάλυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας και από το 1453 μέχρι το 1828 την Τουρκική κατάκτηση, όπου ο ελληνικός πολιτισμός με τις περιουσίες των Ελλήνων έσβησαν και καταστράφηκαν. Σ' όλο αυτό το διάστημα ο Μωμόγερος συνέχισε να διατηρείται σαν δρώμενο, αναλλοίωτος ή μη και άσχετα από τις επιδράσεις, που δεχόταν από την τουρκική κατάκτηση.
Μεταξύ του 1790 και 1797 θα πρέπει να ήταν βαθιά επηρεασμένος και ξεσηκωμένος από τις επαναστατικές εφημερίδες του Ρήγα Φεραίου (1757), όπως ήταν όλος ο ελληνικός κόσμος, στις οποίες περιλαμβανόταν ένας μεγάλος χάρτης της Βαλκανικής χερσονήσου και της Μ. Ασίας, όπου τα όρια του ελληνικού κόσμου ήταν πολύ εκτεταμένα, μαζί με ένα χαραγμένο πορτραίτο του Μ. Αλεξάνδρου, ο συμβολισμός του οποίου ήταν προφανής.
Βαθιά επηρεασμένος ήταν και από τον ΘΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΡΗΓΑ, που ακούγοντας τον η καρδιά του σκιρτούσε.



Ως πότε παληκάρια, να ζούμεν στα στενά

Μονάχοι σαν λιοντάρια, στις ράχες, στα βουνά;

Καλλιό' ναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,

Παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!

Σπηλιές να κατοικούμεν, να βλέπομεν κλαδιά,

Να φεύγωμ' απ' τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;

Καλλιό' ναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,

Παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!

Να χάνωμεν αδέρφια, Πατρίδα και γονείς,

Τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς;

Καλλιό' ναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,

Παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!


(ΘΟΥΡΙΟΣ ΤΟΥ ΡΗΓΑ)


Επίσης επηρεασμένος ήταν και με την εκτύπωση του επαναστατικού φυλλαδίου του Ρ. Φεραίου το 1797, ενάντια στην τυραννία του Οθωμανικού κράτους, όπου ανάμεσα στ' άλλα συμπεριλαμβανότανε το «Νέο Πολιτικό Σύνταγμα των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των νήσων του Αιγαίου και των Πριγκηπάτων της Μολδαβίας και της Βλαχίας»
Με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 η Εθνική Αντίσταση των Ποντίων μεγαλουργούσε, με Πόντιους πρωτεργάτες τον Αλέξανδρο και Δημήτριο Υψηλάντη και οι Πόντιοι Μωμόγεροι συνέχισαν να διατηρούνται και τον επόμενο αιώνα, υποφέροντας στη συνέχεια από τους Κεμαλικούς Νεότουρκους αφάνταστα βασανιστήρια και ανείπωτα μαρτύρια. Πήραν όμως μέτρα εναντίον των επιθέσεων Τούρκων τσετέδων και μπαζιμποζούκων και συνέχισαν να παίζουν το δρώμενο δείχνοντας έτσι την διαρκή Εθνική τους Αντίσταση κατά των Τούρκων.
Πήραν μια βαθιά ανάσα βοήθειας εκείνους τους δύσκολους χρόνους, από το 1914-1917 (Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος) όταν έγινε η Ρωσική κατοχή στις περιοχές του Πόντου, αλλά το 1922 ακολούθησε η Μικρασιατική καταστροφή και το 1923 η Σύμβαση για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, επομένως ακολούθησε ο τελικός ξεριζωμός των Ποντίων και η προσφυγιά τους στη Μητέρα Ελλάδα.


Το χάραμα επήρα

Του Ήλιου το δρόμο,

Κρεμώντας τη λύρα

Τη δίκαιη στον ώμο,

Κι απ' όπου χαράζει

Ως όπου βυθά,



Παράμερα στέκει

Ο άντρας και κλαίει

Αργά το τουφέκι

Σηκώνει και λέει:

«Σε τούτο το χέρι

τι κάνεις εσύ;

ο εχθρός μου το ξέρει

πως μου είσαι βαρύ».



Της μάνας ω λαύρα!

Τα τέκνα τριγύρου

Φθαρμένα και μαύρα

Σαν ίσκιους ονείρου

Λαλεί το πουλάκι

Στου πόνου τη γη

Και βρίσκει σπυράκι

Και μάνα φθονεί.


(Ποίηση Διονύσιου Σολωμού)



Ανάμεσα στους πρόσφυγες εκείνους ήταν και οι Μωμόγεροι, οι ανδρείοι επαναστάτες, που πολέμησαν παλικαρίσια για την ανάσταση της ελληνικής φυλής μας στα βουνά του Πόντου δείχνοντας τη δική τους Εθνική Αντίσταση κατά των Τούρκων και την προσδοκία τους για εθνεγερσία και για την ελευθερία του Έθνους. Οι χορευτές αυτοί λοιπόν δεν ήταν τίποτε άλλο από αντάρτες στα βουνά, που όταν κατέβαιναν στα χωριά για προπαγάνδα, (Ξεσηκωμό του Γένους), φορούσαν την Μωμογερίστικη στολή τους και παρουσίαζαν έναν ομαδικό πολεμικό χορό εκτελώντας φιγούρες σαν ιδιαίτερες φάσεις του όλου χορού. Το φαινόμενο αυτό βέβαια παρατηρούνταν με παρόμοιο τρόπο και σε πολλά μέρη του ελλαδικού χώρου, όπου ντύνονταν καρναβάλια με τσολιαδίστικη στολή και έδιναν μηνύματα στους Έλληνες εναντίον των Τούρκων.
Τα παραγγέλματα που τους έδινε ο αρχηγός τους ήταν στην τούρκικη γλώσσα, γιατί δεν μπορούσε να τα πει στην ελληνική, δείγμα κι αυτό του τούρκικου ζυγού στο καταπιεσμένο μας έθνος. Οι Μωμόγεροι όμως δεν εμφανίστηκαν ποτέ με την Μωμογερίτικη στολή τους, από την προσφυγιά τους στην Μητέρα Ελλάδα και μετά, πάνω στα βουνά της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εμφανίστηκαν ίσως μόνο ως πολεμιστές, εξαφανίζοντας τα ίχνη τους, μιας και διασκορπίστηκαν σε πολλά μέρη της Ελλάδας και του Εξωτερικού.
Παρέμειναν όμως κάποιοι λάτρες τους, Μωμόγεροι κι οι ίδιοι από τα βουνά του Πόντου, οι οποίοι θέλησαν να μάθουν το δρώμενο στις επόμενες γενιές, διατηρώντας όμως ένα είδος μυστηρίου γύρω μας, μιας και δεν μας εξήγησαν πολλά πράγματα γι' αυτό. Αφήνοντας το παρακαταθήκη στην επόμενη γενιά μετά από αυτούς, της έθεσαν σαν όρο και μάλιστα την όρκισαν να μην το διαδώσει στην ελληνική κοινωνία, γιατί ήταν ένα μυστικό δικό τους, που έπρεπε να κρατηθεί κι από τις επόμενες γενιές που θα ακολουθούσαν, παρουσιάζοντας το όμως ως έθιμο, διατηρώντας αυτές μόνο τα πνευματικά του δικαιώματα. Σεβόμενοι κι εμείς τις επιθυμίες των προγενέστερων μας, κάνουμε ότι μας είπαν, προσπαθώντας πάντα να μην εξαφανιστεί το δρώμενο ως έθιμο.
Ας ξεφύγουμε όμως από την ιστορική μελέτη της προέλευσης του Μωμόγερου κι ας εξετάσουμε την πολιτισμική, με αρχικό στάδιο την περικεφαλαία του Μωμόγερου, στην οποία θα αναφερθούμε αναλυτικά, μιας και η πρώτη ματιά που ρίχνει κάποιος πάνω στον Μωμόγερο και του κάνει εντύπωση είναι η περικεφαλαία του. Το όλο σκεπτικό των Μωμόγερων για την περικεφαλαία έχει ρίζες, οι οποίες ήταν φυτεμένες, εδώ και αιώνες βαθιά μέσα στο νου κι απλωμένες μέσα στην καρδιά τους. Ρίζες που ανταμώνανε στο πέρασμα των αιώνων και τυλίγονταν μεταξύ τους τόσο γερά, που στάθηκε αδύνατο να τις ξεμπλέξει κανείς. Αυτές πλέκονταν ακόμη περισσότερο ανά τους αιώνες και παρουσίαζαν πλέον κοινά σημεία προς μίμηση και παραδειγματισμό.
Ας δούμε λοιπόν πρώτα τι είναι η περικεφαλαία και ποια είναι η ιστορία της. Περικεφαλαία είναι το πολεμικό προστατευτικό κάλυμμα του κεφαλιού (κράνος), που χρησιμοποιείται από τους αρχαίους χρόνους. Οι πρώτες περικεφαλαίες κατασκευάζονταν από χονδρό ύφασμα ή δέρμα και τις συναντούμε στα αρχαία χρόνια στα κεφάλια των Ελλήνων, ακόμη και στους ολύμπιους θεούς, όπως στο κεφάλι του πολεμόχαρου θεού Άρη, της πολεμικής θεάς Αθηνάς, στο κεφάλι του Άδη που τον έκανε αόρατο κ.α. Πολλές φορές τοποθετούσαν στο πάνω μέρος φτερά ή τρίχες από την ουρά ή την χαίτη του αλόγου, για να κάνουν πιο επιβλητική την εμφάνιση τους. Στην περίοδο της Αναγέννησης κατασκευάζονταν από σίδερο και μαζί με την πανοπλία αποτέλεσαν ένα προστατευτικό σύνολο.
Ας επανέλθουμε όμως στον Μωμόγερο κι ας υποθέσουμε ότι φορούσε περικεφαλαία από τα αρχαία κιόλας χρόνια, όταν έπαιζε το δρώμενο, που σίγουρα θα έμοιαζε τότε με την περικεφαλαία εκείνης της εποχής. Στην πορεία, όμως, όταν ο Μωμόγερος του Πόντου ήρθε σε άμεση επαφή με τον Μ. Αλέξανδρο και τους Μακεδόνες στρατιώτες του κατά τις εκστρατείες του, το σκεπτικό του άλλαξε και θέλησε να δώσει μια άλλη διάσταση στο κάλυμμα που φορούσε, κατασκευάζοντας μια άλλη περικεφαλαία παρόμοια με του Μ. Αλεξάνδρου (356-323), τιμώντας τον βασιλιά των Ελλήνων, με την ακατάβλητη δύναμη και ευφυία, την χαρισματική προσωπικότητα της ελληνικής ιστορίας και το αδιόρατα κατευθυνόμενο όργανο της θείας Πρόνοιας, ορμώμενος πάντα από κάποια παραδείγματα που είχαν σχέση με την αυτοθυσία και την αυταπάρνηση του Μ. Αλεξάνδρου σχετικά με την περικεφαλαία.
Κι αυτό μας το βεβαιώνει συγκεκριμένα κι ένα περιστατικό, που αναφέρει ο Πλούταρχος, που αναφέρεται στο βιβλίο του Γεωργίου Κιτσόπουλου, στον τόμο Β΄, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ και είναι το εξής:
«Στην πορεία που είχε προηγηθεί, τον συνάντησαν μερικοί Μακεδόνες, που κουβαλούσαν νερό μέσα σε ασκιά. Ήταν καταμεσήμερο και όταν είδαν τον Αλέξανδρο να είναι σε κακή κατάσταση από τη δίψα, γεμίσαν γρήγορα με νερό μια περικεφαλαία και του έδιναν να πιει. Ο Αλέξανδρος πήρε την περικεφαλαία με το νερό στα χέρια του. Πριν όμως τη φέρει στο στόμα του, έριξε το βλέμμα του γύρω και είδε τους ιππείς του να έχουν όλοι κατεβασμένο το κεφάλι. Δε μιλούσε κανείς.Τότε έδωσε πίσω το νερό λέγοντας: «Αν πιω εγώ μονάχα, τότε πως θα ξεδιψάσουν αυτοί;»Και οι ιππείς βλέποντας την εγκράτεια του και την μεγαλοψυχία του φώναξαν: «Πήγαινε μας μπροστά με θάρρος, γιατί, ούτε κουραζόμαστε, ούτε διψάμε, ούτε καν νομίζουμε ότι ήμαστε θνητοί, έχοντας εσένα γι' αρχηγό μας».
Ήταν μια πράξη που είχε σχέση με την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία κι έδειχνε ταυτόχρονα εγκράτεια, αλλά και φρονιμάδα στρατηγού πραγματική.»
Ο Μωμόγερος του Πόντου λοιπόν γνώριζε καλά την ιστορική και πολιτισμική σημασία, καθώς και την επιβλητικότητα τούτης της περικεφαλαίας, που ήταν παρόμοια με του Μ. Αλεξάνδρου, του άνδρα που στις προελάσεις του κατά των Περσών δεν αδίκησε, δεν αργυρολόγησε, δεν κινήθηκε από υστεροβουλία. Του μεγάλου ιδιοφυιούς στρατιωτικού κι ακόμη μεγαλύτερου σαν σκεπτόμενο άτομο. Του προφητευμένου εκείνου Άνδρα από την Π. Διαθήκη εκπολιτιστή της ανθρωπότητας, του δίκαιου, του μεγαλόψυχου, του τίμιου, του σεβόμενου και του σεβαστού από τους εχθρούς του, της μοναδικής μεγαλοφυίας, που υπήρξε ο εκλεγμένος του Θεού για τη γλωσσική και πολιτιστική ενοποίηση των λαών, για να δεχθούν την αποκαλυμένη αλήθεια στην ελληνική.
Ο Μωμόγερος πίστεψε βαθιά μέσα του πως ο Αλέξανδρος ήταν μέγας και πως η παρουσία και η προσφορά του προώθησαν με συνέπειες ανεκτίμητες τον ιστορικό χρόνο της γης, θεωρώντας τον πάντα σαν φορέα μιας πνευματικής δύναμης ή ακόμα μιας πνευματικής ανάγκης, που οδηγούσε σε μια διέξοδο της ιστορικής εξέλιξης της ζωής. Ο Μωμόγερος πήρε πολλά παραδείγματα από τη ζωή του Έλληνα Βασιλιά, που τον έκαναν να ξεχωρίζει πάντα από τους υπόλοιπους Έλληνες για το μεγαλείο που τον διέκρινε.
Αναφέρουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από το βιβλίο του Π. Κιτσόπουλου, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ:
«Οι βασιλικοί παίδες άναψαν φωτιά κι έστρωσαν παχιές φλοκάτες, για να κοιμηθούν οι νιόπαντροι. Όμως ο Αλέξανδρος άφησε την Ρωξάνη με τις υπηρέτριες της και προτίμησε να μείνει μόνος στη σκηνή του στρατηγείου του. Κι αφού δέχτηκε εκεί στους στρατηγούς κι άκουσε τις αναφορές τους, τους έστειλε και κείνους να ξεκουραστούν. Ανησυχούσε για τους στρατιώτες που είχαν χαθεί μέσα στη θύελλα κι ήταν αδύνατο να κοιμηθεί. Πήρε στο τέλος τον μανδύα του και βγήκε, όπως το συνήθιζε, να ρίξει μια ματιά στο κοιμισμένο στρατόπεδο.
Κι εκεί, καθώς πήγαινε, βρήκε τον πεσμένο παλαίμαχο, που ήταν σχεδόν κοκαλωμένος από το κρύο και κόντευε στα τελευταία του. Τότε, δίχως να διστάσει, τον φορτώθηκε στους ώμους του και τον κουβάλησε στη βασιλική σκηνή. Κι αφού τον λευτέρωσε και του έβγαλε ο ίδιος τα βρεγμένα σανδάλια, τον βόλεψε να καθίσει πάνω στον βασιλικό θρόνο, κοντά στη φωτιά. Μετά άρχισε να του στάζει στο στόμα δυνατό κρασί. Ήταν μια από τις στιγμές, που φανερώνανε τον πραγματικό Αλέξανδρο, που λάτρευε τους Μακεδόνες του αληθινά.
Πέρα από κάθε επίδειξη, μακριά από κάθε ξένη παρουσία, ο βασιλιάς είχε σκύψει πάνω από τον ετοιμοθάνατο γέρο στρατιώτη του κι αγωνιζόταν να τον ξαναφέρει στη ζωή. Ο άνθρωπος φανερωνόταν μέσα από την άβυσσο, που χώριζε τον Μεγάλο Βασιλέα από τον ασήμαντο στρατιώτη, κι αυτός ο άνθρωπος ήταν που είχε μεγαλουργήσει πολύ περισσότερο από τον έξοχο στρατηγό και τον ακατανίκητο κατακτητή».
Γεννιέται ίσως το ερώτημα όμως σε κάποιους: Μα, ο Μ. Αλέξανδρος απεικονίζεται με ένα είδος περικεφαλαίας, την «λεοντή», στο κεφάλι του στα μακεδονικά νομίσματα που βρέθηκαν στις ανασκαφές κι όχι με την πολεμική του περικεφαλαία. Πως εξηγείται αυτό; Τι σήμαινε δηλ. η «λεοντή» για τον Μ. Αλέξανδρο και γιατί ο Μωμόγερος διάλεξε να φοράει την πολεμική περικεφαλαία κι όχι την «λεοντή»;
Η απάντηση είναι η εξής: Με την ίδια «λεοντή» απεικονίζεται κι ο Ηρακλής σε πολλές παραστάσεις κι αυτό έχει την εξήγηση του στο ότι ο Αρχέλαος, τρισεγγονός του Ηρακλή, διωγμένος από την περιοχή του Άργους από τα αδέρφια του, πήγε στην Μακεδονία, όπου ίδρυσε την πόλη Αιγές και θεωρείται ο άμεσος πρόγονος του Αλεξάνδρου της Μακεδονίας.
Ο Αλέξανδρος λοιπόν είναι απόγονος του Ηρακλή και του Αιακίδη και φορούσε το κεφάλι του τέρατος του λιονταριού της Νεμέας, σαν ένα είδος περικεφαλαίας, γνωρίζοντα πολύ καλά τη σημαντικότητα του. Στις μάχες βέβαια φορούσε την πολεμική του περικεφαλαία γιατί γνώριζε πόσο σημαντική ήταν για την προστασία του κεφαλιού του αυτό το προστατευτικό κράνος.
Ο Μωμόγερος προτίμησε να φορέσει την πολεμική περικεφαλαία του Αλεξάνδρου για να δείξει την δική του Εθνική Αντίσταση κατά των Τούρκων και την προσδοκία του για εθνεγερσία και την ελευθερία του έθνους. Τίμησε το πολεμικό τούτο κάλυμμα, που κοσμούσε το κεφάλι ενός ανδρείου επαναστάτη άνδρα και κατακτητή, γιατί ήταν πάντα ερωτευμένος κι αυτός όπως κι εκείνος με την πατρίδα του και πολέμησε παλικαρίσια όπως εκείνος για την ανάσταση της ελληνικής φυλής.
Τιμή κι αξία έδωσε στην περικεφαλαία τούτη ο Μωμόγερος, η οποία φεγγοβολούσε από το αδιήγητο κάλλος της θεοσέβειας και του πατριωτισμού του και την κόσμησε με διάφορα καλλωπιστικά σχήματα και καθρεφτάκια για να δείξει την συμμαχία του στις ενάρετες πράξεις των μεγάλων ηρώων και να σφραγίσει μ' αυτά την ωραιότητα στα δίκαια και γενναία έργα τους.
Αν παρατηρήσουμε την περικεφαλαία του Μωμόγερου, θα δούμε ότι πίσω απ' αυτήν κρέμονταν τρεις κορδέλες, διαφορετικού χρώματος η κάθε μια, μια άσπρη, που μαζί με την γαλάζια συμβόλιζαν την Ελλάδα και μια κόκκινη, που την είχαν ως παραπλανητική για τους Τούρκους, να μη καταλάβουν πως οι άλλες δυο συμβόλιζαν κάτι. Μέσα σε τούτες τις δυο κορδέλες, την άσπρη και την γαλάζια, μπορεί κανείς να παρατηρήσει το βαθύ αίσθημα που διακρίνει τους Πόντιους για την ελληνικότητα της φυλής τους και την ανάγκη να διασφαλίσουν την εθνική τους δύναμη με την ενότητα. Βλέπουμε να ζούσε και να παλλόταν ολόκληρη η Πατρίδα, οι αγώνες και οι περιπέτειες του Έθνους μας, τα ιερά κόκαλα των Ελλήνων, οι τάφοι των προγόνων μας, η ιστορία και το ελληνικό μεγαλείο.
Συνεχίζοντας την περιγραφή της στολής του Μωμόγερου, πηγαίνουμε στο άσπρο πουκάμισο, το ζωνάρι (ταραπουλούς), την καλτσοβράκα και τα τσαρούχια, στοιχεία αναμφισβήτητα της ιστορικής πορείας τους και του βαθμού επιβίωσης του πολιτισμού τους. Κάνει τον καθένα να σκεφτεί πως εμφανίζεται ένας όμιλος φουστανελάδων με τις περικεφαλαίες εκεί στον μακρινό Πόντο για να περάσει τα μηνύματα του καταπιεσμένου έθνους. Ξεγελάει τους Τούρκους με ένα λιτό, δραματικό και σατιρικό παιχνίδι, που ανάβλυζε από το παρελθόν της αρχαίας Ελλάδας. Το κυριότερο στοιχείο του ήταν ένα σοβαρό και πειθαρχημένο σύνολο, που αποτελούνταν από 9-15 άτομα ντυμένα με στολές ευζώνων.
Γιατί διάλεξαν την στολή των ευζώνων; Οι εύζωνοι ήταν σύμβολα ηρωισμού και η στολή τους κρατούσε από τα Ομηρικά κιόλας χρόνια (8ος Π.Χ.αι.) και τη συναντούμε επίσης στη συνέχεια στους αρματολούς και κλέφτες, οι οποίοι έχοντας πάντα άσβεστη τη φλόγα της λευτεριάς στην ψυχή τους, προετοίμαζαν το έδαφος για τη λύτρωση του έθνους, όπως εξάλλου ευζώνους συναντούμε σε τμήματα Ποντιακού εθελοντικού στρατού, καβαλάρηδες, πεζούς, με μαχαίρες καρφωμένες στο ζωνάρι, ξιφοφόρους, λογχοφόρους, να κρατούν σίδερα και χοντρά παλούκια στο χέρι, να μάχονται για να υπερασπιστούν την Τραπεζούντα από τους Τούρκους.
Τα παλικάρια εκείνα ήταν από τη Ματσούκα, τη Σαντά, τη Πουλαντζάκη, τη Γαλλιάνη, τη Χαλδεία, την Άτρα, το Μεσοχώρι, το Τζεβιζλίκ, το Παπαρζά, των Χατζογλάντων, την Τοκάτη, τη Ζάρα, τη Μπάφρα, το Ζιλά κι από αλλού. Έπαιρναν μέτρα εναντίον των επιθέσεων Τούρκων με την διαρκή Εθνική τους Αντίσταση ενθυμούμενοι πάντα τον μεγάλο Γέροντα του Μωριά, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, να κλαίει για την Ελλάδα, όπως τότε στην εκκλησιά της Παναγιάς στο Χρυσοβίτσι και να λέει: «Παναγιά μου, βοήθησε και τούτην την φορά τους Έλληνες δια να εμψυχωθούν»
Θυμούνταν πάντα τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον ατρόμητο Τουρκοφάγο, που στις μάχες εναντίον των Τούρκων ήταν αλύγιστος. Θυμούνται πάντα τα λόγια του.



Μετριάστε και σας έφαγα! Είμαι ο Κολοκοτρώνος

Εγώ είμαι ο αλύγιστος και του ηθικού βαρώνος.

Βαστάτε όλοι οι Έλληνες, στρατό φέρνω χιλιάδες!

Μανιάτες και Πετρόμπεη! Μη κλαίτε άλλο μανάδες!

Είμαι ο Τουρκοφάγος σας! Το όνομα μου μόνο

Όλους εσάς σας προκαλεί φυγή κι άφθονο τρόμο.

Ήρθε κι ο Νικηταράς κι ο γιος μου ο Γενναίος

Στα πόδια σας βάλτε φτερά γιατί είναι άγριος νέος.

Πλαπούτα, Μητροπέτροβα και Μαυρομιχαλαίοι

Θερίστε τα κεφάλια τους, άντρες τρανοί, ώ! Γενναίοι!

Νικήσαμε! Αφήστε τους να φύγουν να σωθούνε

Να κλάψουν, να θρηνήσουνε κι όλοι τους να ντραπούνε.

Θρήνησε Κεχαγιάμπεη, γιατί' σαι ηττημένος

Απ' τους ραγιάδες Έλληνες και είσαι απελπισμένος.


(Ποίηση:Π.Τσοκτουρίδου)



Συνεχίζοντας, αναφέρουμε ότι οι Μωμόγεροι της Ματσούκας κρατούσαν στο χέρι ένα ματσούκι και να πούμε πληροφοριακά ότι στην Άνω Ματσούκα και ιδίως στην Κουνάκα δεν περπατούσε άνδρας δίχως να κρατάει την ματσούκα, το στουράκ', κατά την τοπική διάλεκτο. Όπως λέγεται, εξαιτίας της ματσούκας και οι κάτοικοι λέγονταν Ματσουκαίοι ή Ματσουκάτ'. Εάν οι Μωμόγεροι κρατούσαν την ματσούκα και στα αρχαία χρόνια παίζοντας το δρώμενο, τότε πολύ πιθανόν να ήταν επηρεασμένοι από τον Αγαμέμνονα, τον μυθικό βασιλιά των Μυκηνών, ο οποίος κρατούσε ματσούκι κι εκείνος, το ονομαζόμενο σκήπτρο των Πελοπιδών, φτιαγμένο από τον Ήφαιστο. Αργότερα, το σκήπτρο ήταν το έμβλημα των Αυτοκρατόρων στην ρωμαική και τη βυζαντινή εποχή.
Την ομάδα των Μωμόγερων κατηύθυνε ο αρχηγός, ο οποίος λεγόταν Αλογάς ή Κυζίρτς. Δεν φορούσε μάσκα και υποχρεωνόταν να έχει τα μάτια του τέσσερα για να φυλάει και να προστατεύει τη νύφη (Ελλάδα), την οποία με μανία κυνηγούσαν ο Πασιάς, ο Αράψ, ο Άρκον κι ο Γιατρόν, ο οποίος μάλιστα την κρυφοκοίταζε και της γλυκομιλούσε, για να την κλέψουν από τον γαμπρό. Εδώ μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι Πόντιοι ήταν επηρεασμένοι από την ιστορία της αρπαγής της ωραίας Ελένης και ήθελαν να προστατέψουν την δική τους νύφη, την Ελλάδα, από τους κλέφτες που τους απειλούσαν, χρησιμοποιώντας τον Αλογά σαν προστάτη της.
Ο Αλογάς φορούσε στη μέση του ένα ξύλινο στεφάνι (το κυζερόξυλο) από λυγισμένη βέργα κρανιάς, που όμως ήταν περιτυλιγμένη με μεταξωτό ζωνάρι (ταραπουλούς) και στολισμένη με κρόσσια και μπροστά-μπροστά στο χερούλι με κουδουνάια, τα οποία ήταν δεμένα στα άκρα της βέργας που αποτελούσαν και το κεφάλι του αλόγου. Με το αριστερό χέρι έπιανε το χερούλι, κουνούσε το στεφάνι και έσειε τα κουδουνάκια, τα οποία κουδούνιζαν σαν κουδουνάκια αληθινού αλόγου. Με το δεξί χέρι κρατούσε μια βέργα, με την οποία καταδίωκε τους θρασείς και αδιάντροπους επιδρομείς, που ορμούσαν να του κλέψουν τη νύφη.
Η ανάγκη για την οργάνωση του ιππικού δημιούργησε στους Μωμόγερους τον ρόλο του Αλογά, μέσα στον οποίο κρύβονταν αρκετά μηνύματα για την απελευθέρωση των Ελλήνων από τους Τούρκους και εκπροσώπευε το ταχυκίνητο κι ευέλικτο ιππικό στράτευμα, που επενέβαινε στις πιο κρίσιμες στιγμές μιας μάχης.
Ο γαμπρός απεικονίζει την ευρωπαική βοήθεια και ήταν καβάλα σ' ένα ξύλινο άλογο με περπεντούλια (στολίδια), το οποίο πρέπει στην αρχική του μορφή να συμβόλιζε τον Δούρειο ίππο, το τεράστιο, κούφιο ξύλινο άλογο, που κατασκεύασαν οι Έλληνες με την υπόδειξη και τις οδηγίες του πανούργου Οδυσσέα, για να ξεγελάσουν τους Τρώες κι έτσι να καταλάβουν την Τροία με δόλο. Μετέπειτα όμως, καθόλου απίθανο να συμβόλιζε και το αγαπημένο άλογο του Μ. Αλεξάνδρου, τον Βουκεφάλα, που δεν το αποχωριζόταν ποτέ στις μάχες του.
Αν ανατρέξουμε στο βιβλίο του Π.Κιτσόπουλου, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ, θα διαβάσουμε τι είχε γίνει σχετικά με τη θρυλική αρπαγή του Βουκεφάλα από τους Μάρδους σε ξαφνική επιδρομή τους στο στρατόπεδο των Μακεδόνων. Ο Μ. Αλέξανδρος όταν το έμαθε μελάνιασε και στέλνοντας κήρυκες παντού, απειλούσε πως θα ξεκλήριζε όλους τους Μάρδους, γυναίκες και παιδιά, αν δεν του έδιναν πίσω το άλογο του..



Του Βουκεφάλα η αρπαγή έγινε σε επιδρομή.

Σ' όλον τον κόσμο θ' ακουστεί η είδηση η θρυλική.

Το' μαθε κι ο Αλέξανδρος. Δεν άντεξε, θα εκραγεί.

Κήρυκα στέλνει για να πει την απειλή την τρομερή:



Μάρδους, γυναίκες και παιδιά, όλους θα ξεκληρίσω

Εάν τον Βουκεφάλα μου δεν πάρω ποτέ πίσω.

Κανένας δεν με σταματά. Ούτε τ' απέραστα βουνά.

Όλους εσάς θα σβήσω και δεν θα υποχωρήσω.

Αν μου τον επιστρέψετε, εσάς θα ανταμείψω

Με δώρα κι άλογα πολλά όλους θα σας γεμίσω.



«Γεράκο Βουκεφάλα μου και τυχερό άλογο μου

σ' έκλεψαν στην επιδρομή εχτές, το βράδυ, ατυχή

και τώρα, οϊμέ, λυπάμαι μη γίνεις και σωτήρια

στην πείνα τους τροφή. Τρέμω και δεν κοιμάμαι.

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2022

Οικογενειακή ιστορία με τα παθήματα στον Πόντο (της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

 

Σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας μου Αλίκης Κουρτίδου - το γένος Αντώνιου Ακριτίδη - ο παππούς μου Ιωάννης  Κουρτίδης γεννήθηκε το 1883 και πέθανε το 1975, η δε γιαγιά μου Παρθένα γεννήθηκε το 1891 και πέθανε το 1991.

Η γιαγιά μου είχε δύο αδερφούς και μια αδερφή. Τον πατέρα της σκότωσαν οι Τούρκοι όταν αυτή ήταν στη νηπιακή της ηλικία και κυνηγούσαν τη μάνα της, για να τη σκοτώσουν.

 Αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια και κάποτε η μάνα της κυνηγημένη από τους Τούρκους ανέβηκε στο βουνό μαζί με άλλους χωριανούς της, όπου και πέθανε από πείνα.

Ο παππούς της γιαγιάς μου πληροφορήθηκε το θάνατο της νύφης του και πήγε αμέσως στο σπίτι του γιου του, όπου συνάντησε μερικούς συγγενείς, που επισκέφθηκαν τη γιαγιά μου και βλέποντας τη γιαγιά μου να σκουπίζει, της είπε:

- Άσε τη σκούπα και κάνε μου καφέ.

Η γιαγιά μου υπάκουσε και πρόθυμη ετοιμάστηκε να ψήσει καφέ. Καθώς όμως έψηνε τον καφέ, άκουσε τον παππού της που συνομιλούσε με τους συγγενείς τους κρυφά κι ανάμεσα σ' όλα κατάλαβε ότι η μάνα της Μαρία πέθανε. Ακούγοντάς το επαναλαμβανόμενο, έριξε το μπρίκι με τον καφέ και το φλιτζάνι κατά γης και πηγαίνοντας στον παππού της τον ρώτησε μ' αγωνία:

-Τι λες παππού; Πέθανε η μάνα μου;

-Όχι, ψέματα είναι! Ποιος το είπε; αρνήθηκε ο παππούς της.

-Εγώ το άκουσα την ώρα, που το' λεγες! επέμενε η γιαγιά μου.

Παρά τις αρνήσεις του παππού της, η γιαγιά μου μετά από λίγες μέρες πληροφορήθηκε το θάνατο της μάνας της.

Μένοντας πλέον ορφανή από γονείς και αγνοώντας την τύχη των αδερφιών της, που εξαφανίστηκαν στον πόλεμο κι επί πλέον φοβισμένη από τους άγριους βιασμούς των Τούρκων στις Ελληνίδες Πόντιες, έφυγε στην Κερασούντα στον θείο της Κων/νο Τσιμαχίδη, ο οποίος ήταν πολύ πλούσιος εκείνη την εποχή. Ήταν ιδιοκτήτης πενταόροφου σπιτιού και στο υπόγειο λειτουργούσε υφαντήριο με προσωπικό 50-60 ατόμων υπαλλήλων.

Η γιαγιά μου δούλευε στο υφαντήριο του θείου της, στην «τσάρχα», πολύ σκληρά και οι τσιγκούνηδες θειοι της την αδικούσαν, δεν την πλήρωναν, ούτε την έντυναν. Αυτή δούλευε όσο με 5 υπαλλήλους για ένα ξεροκόμματο, ήταν υπηρέτριά τους κι έτρωγε και κανένα τακούνι κάποτε στο κεφάλι από την θεία της.

Κάποιο γειτονόπουλο της ονόματι Γεώργιος την αγαπούσε πολύ. Τα ίδια αισθήματα μ' αυτόν έτρεφε κι εκείνη για το άτομό του. Η αγάπη τους ήταν κρυφά φωλιασμένη μέσα τους και φοβούνταν να την εξωτερικεύσουν, λόγω φόβου και ντροπής.

Κάποτε ήρθε διαταγή να καταταγεί ο Γεώργιος στον Τουρκικό στρατό για να πολεμήσει με τους Τούρκους εναντίον των Κούρδων. Με δάκρυα στα μάτια αποχαιρέτησε τη μάνα του, που έκλαιγε κι εκείνη με τη σειρά της αγνοώντας την τύχη του μοναχογιού της. Ανέβηκε πάνω σ' ένα κόκκινο άλογο κι ετοιμάστηκε να φύγει. Προτού φύγει όμως πέρασε μπροστά από ένα μικρό παραθυράκι του υφαντηρίου κι έδωσε κρυφά μια σοκολάτα στη γιαγιά μου, που τον κοιτούσε συγκινημένη και της είπε:

-Παρθένα, αντίο! Φεύγω στην τύχη σου! Αν έχω τύχη και γυρίσω, θα έρθω να σε παντρευτώ.

Αυτή ντράπηκε και δεν μίλησε ούτε τον ευχαρίστησε για τη σοκολάτα, που της έδωσε. Και συγκινημένη καθώς ήταν, έτρεξε στο διπλανό δωμάτιο κι έκλαψε.

Η θεία της είδε κρυφά όλη τη σκηνή, που έγινε μεταξύ των δύο αποχωριζόμενων ερωτευμένων και καυγαδίζοντας με τη γιαγιά μου, την χτύπησε με το τακούνι της στο κεφάλι και της έκανε ένα μεγάλο καρούμπαλο, που το είχε μέχρι το θάνατό της και ο παππούς μου συγκεκριμένα κάθε 2-3 χρόνια έβραζε λεπίδα και καθάριζε το πύον, που μαζευόταν μέσα στο καρούμπαλο.

Ο Γεώργιος πήγε στον πόλεμο και με τα πρώτα πυρά σκοτώθηκε. Ήρθαν οι ειδήσεις για το ποιοι ζούσαν, ποιοι τραυματίστηκαν και ποιοι σκοτώθηκαν, μαθεύτηκαν και τα άσχημα μαντάτα του Γεώργιου. Η μάνα του κλαίγοντας σπαραχτικά, πήγαινε κάθε μέρα στη γιαγιά μου και της έλεγε:

-Αχ, Παρθένα μου, δεν είχες τύχη, να έρθει ο γιος μου, να σε πάρει.

Κι έκλαιγαν και οι δυο μαζί, η μάνα του έξω φανερά κι αυτή μέσα κλεισμένη κρυφά.

Μετά απ' αυτό το επεισόδιο ήρθε είδηση, ότι οι Τούρκοι θα σκότωναν τους Έλληνες. Φοβισμένα τα ξαδέρφια της γιαγιάς μου πρότειναν στον πατέρα τους, να παρατήσουν τα σπίτια τους και σώζοντας λίγο από το βιός τους να φύγουν, γνωρίζοντας ότι οι Τούρκοι θα σκότωναν πρώτα αυτούς επειδή ήταν πλούσιοι. Ο πατέρας τους όμως ήταν ανένδοτος. Δεν δεχόταν τις προτάσεις τους και αυστηρός καθώς ήταν, τους διέταξε να δουλεύουν και να μη μιλούν. Τα παιδιά όμως επέμεναν να σώσουν τη γιαγιά μου τουλάχιστον. Ο πατέρας τους δέχτηκε κι έτσι έβαλαν τη γιαγιά μου σ' ένα καΐκι, να φύγει στη Ρωσία.

Την επόμενη ακριβώς ημέρα, που έφυγε η γιαγιά μου στη Ρωσία, οι Τούρκοι κατέσχεσαν όλη την περιουσία του θείου της. Τοποθέτησαν τους θειους της και τα ξαδέρφια της μέσα σε βαρέλια και τους έκαψαν όλους ζωντανούς.Γλίτωσε όμως η θεία της μ' έναν γιο της και ήρθε κρυφά στην Αθήνα, φέρνοντας μαζί της όσες λίρες πρόλαβε κι άρπαξε, απ' αυτές που είχε κρυμμένες στο σπίτι της. Μ' εκείνες τις λίρες αγόρασε σπίτι και σπούδασε γιατρό το γιο της!

Η γιαγιά μου φθάνοντας στη Ρωσία, δεν είχε γνωστό σπίτι, για να μείνει. Ευτυχώς όμως την φιλοξένησαν Ρώσοι Πόντιοι κι έμενε πότε στο σπίτι του ενός και πότε του άλλου. Αυτό όμως δεν ήταν δυνατό να συνεχιστεί για πολύ καιρό. Οι Ρωσοπόντιοι που την φιλοξενούσαν, ήθελαν να την παντρέψουν, για να' χει κι αυτή κάποιον προστάτη.

Οι προξενήτρες πήγαιναν κι έρχονταν κι έφεραν κάποιον να την αρραβωνιάσουν, δίχως να τον έχει δει αυτή, που κατάλαβε μόνο ότι τα τσαλγούγια (όργανα) έπαιζαν στην αυλή από βραδύς και πληροφορήθηκε κατόπιν τούτου, ότι την επόμενη μέρα θα γινόταν γάμος.

Ενώ όμως το βράδυ έπαιζαν τα όργανα, ένας ηλικιωμένος γείτονάς της την ξεμονάχιασε και της είπε κρυφά:

-Παρθένα, αυτόν που σ' έφεραν, μυαλό δεν έχει. Εδώ δεν είναι Τουρκία, να κάνουν ό,τι θέλουν. Σύμφωνα με το ρωσικό σύστημα μπορείς να πάρεις αυτόν που θέλεις εσύ κι αν πεις «δεν θέλω», δεν σε παντρεύουν. Αυτά που θα σου πω, δεν πρέπει να τα μάθει κανείς. Όταν τα τσαλγούγια έρθουν αύριο στην πόρτα, εσύ κτύπα το πόδι σου κάτω και πες «δεν θέλω»και δεν μπορεί να σε κάνει κανείς τίποτα. Κι εγώ τάχα θα σε ρωτάω «γιατί δεν τον θέλεις» κι εσύ θ' απαντάς «εγώ δεν τον θέλω» κι έτσι εγώ δεν θα φαίνομαι ως αίτιος της άρνησής σου. Και θα σε φέρω εγώ ένα καλό κι εργατικό παιδί! Δεν είναι όμορφος, είναι όμως εργατικός.

Πεισμένη η γιαγιά μου από τα λόγια του, έκανε ό,τι της είπε κι όπως τα προγραμμάτισαν, τα τσαλγούγια με το γαμπρό έφυγαν από το σπίτι.

Την επόμενη μέρα ο γείτονάς της έφερε στο σπίτι τον παππού μου Ιωάννη, χήρο, του οποίου η γυναίκα πέθανε στην εξορία μαζί με την κόρη τους, που ήταν δύο χρόνων. Ο δε παππούς μου, μετά το θάνατο της γυναίκας του, καθόταν απί 9 χρόνια μαζί με την πεθερά του, την οποία εκτιμούσε πολύ. Κι όταν πήγε στο σπίτι που γινόταν το προξενιό για τη γιαγιά μου, ήταν μαζί του και η πεθερά του με την αδερφή του.

Μόλις μπήκε ο παππούς μου στο σπίτι, η γιαγιά μου όταν τον αντιλήφθηκε μπήκε κάτω από το τραπέζι και κρύφθηκε πίσω από το τραπεζομάντιλο. Η ενέργειά της αυτή δήλωνε ντροπή. Της είπαν να βγει από την κρυψώνα της, αλλά αυτή δεν υπάκουσε.

Τότε ο παππούς της είπε, χωρίς να την βλέπει:

-Θα με πάρεις ή δεν θα με πάρεις; Αν θα με πάρεις πες το κι αν δεν θα με πάρεις, πάλι πες το.

Αυτή δεν μίλησε κι εκείνοι σηκώθηκαν κι έφυγαν. Η σιωπή της ήταν κατανοητό, ότι σήμαινε «ναι». Δεν τη ρώτησε κανείς τίποτα. την έντυσαν νύφη και την πήγαν στην Εκκλησία. Από τη ντροπή της δεν κοίταζε καθόλου τον παππού μου, που ήταν ντυμένος γαμπρός και σκεφτόταν μέσα της:

«Άραγε τι παίρνεις, Παρθένα; Ντουβάρι (τοίχο) ή άντρα;»

Άκουγε δε τους παρευρισκόμενους να ψιθυρίζουν:

-Κρίμα! Τέτοιο όμορφο κορίτσι! Ορφανό είναι το καημένο και παίρνει αυτόν τον χήρο, που την περνάει πολλά χρόνια.

Ακούγοντας τους ψιθύρους γύρω της αναρωτιόταν μέσα της:

«Γιατί μιλούν έτσι; Άραγε τι παίρνω;»

Μετά τη στέψη πήγαν οι νεόνυμφοι στο σπίτι του γαμπρού κι όταν έβγαλε το πέπλο της η γιαγιά μου, αντίκρισε κατάματα τον παππού μου και είπε μέσα της:

«Τι πήρα; Μαυροκούρι πήρα;

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών ο παππούς και η γιαγιά μου ήρθαν στην Αθήνα και διάλεγαν σε ποιο μέρος να πάνε. Εκεί υπήρξε διαφωνία μεταξύ τους. Η γιαγιά έλεγε να μείνουν στην Αθήνα, για να σπουδάσουν τα παιδιά τους ή να μάθουν κάποια τέχνη και να μην αδικηθούν.

Ο παππούς όμως διαφωνούσε και λάτρης της φύσης καθώς ήταν, προτιμούσε τη ζωή του χωριού. Έτσι, επηρεασμένος και από τον παπά του χωριού του, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Αναρράχη Εορδαίας, ήθελε να εγκατασταθεί κι αυτός στην Αναρράχη. Παρ' όλα τα λόγια της γιαγιάς μου, που προσπαθούσε να τον πείσει ότι στο χωριό δεν θα' βλεπαν προκοπή δουλεύοντας όλη η οικογένεια στα χωράφια, αυτός τελικά την πήρε και την έφερε στην Αναρράχη μαζί με την κόρη τους. Εκεί κοιμούνταν στην πλατεία, γιατί δεν είχαν ακόμη στέγη. Η κόρη τους 3 χρόνων έφαγε κάποια μέρα μούρα (πείνα μεγάλη τους θέριζε), δηλητηριάστηκε και πέθανε. Αργότερα τους δόθηκε κλήρος και στέγη.

(ΠΗΓΉ: ΒΙΒΛΙΟ «ΟΙ ΠΑΤΡΟΓΟΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΩΝ ΚΟΜΝΗΝΙΩΤΩΝ», ΚΟΜΝΗΝΑ, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1994, ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΑΣ ΤΣΟΚΤΟΥΡΙΔΟΥ»)

Δευτέρα 23 Μαΐου 2022

ΠΑΡΗΓΟΡΙΔΗΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ – Ο ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ ΕΟΡΔΑΙΑΣ ΚΑΙ ΧΟΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΑΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ – (της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

 

Αγαπητοί φίλες και φίλοι

Το ιστολόγιο «Τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν» της Παρθένας Τσοκτουρίδου κάνει μνεία στην σελίδα του ένα αληθινά αξέχαστο άνθρωπο, με πάθος και μεράκι στην ποντιακή παράδοση, που άφησε εποχή στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό.

Ο Σωκράτης Παρηγορίδης υπήρξε ο αείμνηστος χοροδιδάσκαλος των ποντιακών χορών των Κομνηνών και όχι μόνο. Δάσκαλοί του ήταν οι: Ευθυμιάδης Ευθύμιος από τη Δράμα και Μιχάλης Καράβελας από την Κρήτη.

Έμαθε στους ποντιακούς χορούς σε ηλικία μόλις 14 χρόνων μέσα σε 5 μήνες. Σε ηλικία 16-17 ετών μπήκε ως βοηθός χοροδιδάσκαλου για 2 χρόνια στην Εύξεινο Λέσχη Πτολ/δας. Ανέλαβε εκείνο το διάστημα την εκμάθηση των ποντιακών χορών και στα παρακάτω μέρη: Κομνηνά, Λακκιά, Έδεσσα, Άρνισσα, Κοζάνη, Ακρινή, Ασβεστόπετρα, Κλείτος και Καλλιτεχνική Στέγη Πτολ/δας.

Δίδαξε στη Λαϊκή Επιμόρφωση για τρία χρόνια και είχε σπουδαία δράση και στις χώρες του εξωτερικού, όπως: Σουηδία, Δανία, Αμερική, Γερμανία, Τσεχοσλοβακία, Γαλλία κ.α.

Συνόδεψε τα ποντιακά συγκροτήματα Κομνηνών, Άρδασσας και Λακκιάς στους Ολυμπιακούς αγώνες, που έγιναν στο Παναθηναϊκό Στάδιο Αθηνών.

Βραβεύτηκε με το χρυσό μετάλλιο της ποντιακής λύρας στο Αλεξάνδρειο Μέγαρο, το οποίο σήμερα τιμάει η αδερφή του φορώντας το. 

Επίσης, να αναφέρουμε πως το ποντιακό χορευτικό συγκρότημα Κομνηνών είχε βγει πρώτο στην Τσεχοσλοβακία ανάμεσα στα 11 άλλα που συμμετείχαν τότε σε διαγωνισμό παραδοσιακών χορών

Στα Κομνηνά ο Σωκράτης είχε συγκροτήσει χορευτικό ποντιακό συγκρότημα που απαρτιζότανε από 70 νέους και νέες.

Οι τότε στόχοι του, κατόπιν συνέντευξής μου, ήταν οι εξής:
Α) Να διατηρηθούν οι ποντιακές παραδόσεις,
Β) Να αναγνωρισθεί από το κράτος ο ποντιακός ελληνισμός και
Γ) Να επιμορφωθεί η γ’ και δ’ γενιά με τους ποντιακούς χορούς ώστε να μη λησμονηθούν.

Το παρακάτω ποίημα με τίτλο: «Το χωριό μου τα Κομνηνά» απαγγέλθηκε από εμένα την ίδια (Παρθένα Τσοκτουρίδου), σε ειδική εκδήλωση που διοργάνωσα, μετά το θάνατό του, ως Πρόεδρος του Ποντιακού Πολιτιστικού Συλλόγου Κομνηνών, στις καθιερωμένες πολιτιστικές εκδηλώσεις του Πενηνταήμερου και κατασυγκίνησε όλον τον κόσμο, γιατί αποκαλύφθηκε και μια άλλη πτυχή του Σωκράτη, η ποιητική, η οποία ήταν άγνωστη σε όλους.

Το ποίημά του αυτό μου το παρέδωσε η αδερφή του Σωκράτη, η Δήμητρα, η οποία το εμπιστεύθηκε μόνο σ’ εμένα κι εγώ με τη σειρά μου, σας το δημοσιεύω, κατόπιν συμφωνίας μας που προηγήθηκε.

Ασφαλώς γράφτηκε μετά την περίοδο που το χωριό είχε πληγεί από σεισμό που επέφερε πανικό και όλεθρο σε όλη την περιοχή της Κοζάνης. Στο ποίημα παρατηρεί κανείς την έντονη θρησκευτικότητα που χαρακτήριζε τον ποιητή και την υπερβολική αγάπη του για το χωριό του.

Οφείλω να πω ένα μεγάλο δημόσιο ευχαριστώ στην αδερφή του Δήμητρα για την εμπιστοσύνη, την αφοσίωση και την αγάπη που μου έδειξε όλα αυτά τα χρόνια, όχι μόνο αυτή, αλλά και ο αδερφός της Σωκράτης, ο οποίος διακρινότανε για το ήθος, την περηφάνια, τη σοβαρότητα και την αξιοπρέπεια του ως δάσκαλος και ως άνθρωπος.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ επίσης και στον ίδιο, όπου κι αν βρίσκεται το πνεύμα του τώρα και το αντιλαμβάνεται, για όλη τη βοήθεια και τη στήριξή του όλα τα χρόνια της ζωής του στο άτομό μου, καθώς επίσης και για την αγάπη, την εμπιστοσύνη, τη φιλία και την πίστη του όχι μόνο σε μένα αλλά και στην οικογένεια μου.

Σ’ ευχαριστώ Σωκράτη!

 Η φίλη σου Παρθένα Τσοκτουρίδου

                                        

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΤΑ ΚΟΜΝΗΝΑ (Ποίηση Σωκράτη Παρηγορίδη)

Χωριό μου όμορφο καλό, Κομνηνά, αγαπημένο
εσένα σ’ ευλόγησε ο Θεός να είσαι ευτυχισμένο.
Κι αν σε λένε Κομνηνά, σαν κρίνο ανθισμένο
σε χίλια μύρια ευλογημένο
που ο άγγελος κρατούσε και την Παναγιά μιλούσε.
Ήσουνα όμορφο χωριό, είχες αυλές ωραίες
θυμάμαι που υψώναμε τις γαλανές σημαίες.
Και όταν χόρευαν οι Πόντιοι στην εκκλησιά απ’ έξω
χαιρόμουνα και έλεγα, τι μένει να ζηλέψω.
Ο Άϊ – Νικόλας απ’ τη μια μεριά, ο Άϊ – Νούφρης απ’ την άλλη
στην μέση και ο Αηλιάς κι η χάρη τους μεγάλη
και πιο εκεί στον Άϊ – Παντελεήμονα τα λούλουδα φυτρώναν
θυμάμαι που τα μύριζαν των Κομνηνών κορίτσια.
Έβγαλες παιδιά παντάξια και δόξασαν τ’ όνομά σου
και όπου πήγαν, γύρισαν, πλάι στην ομορφιά σου.
Βγάζεις ανθρώπους ικανούς, ανθρώπους μυαλωμένους
ανθρώπους που σταθήκανε κοντά στους πονεμένους.
Ξέρουν τι πάει να πει χαρά, τι πάει να πει και πόνος
τι πάει να πει και συντροφιά, τι πάει να πει και μόνος.
Τα ξέρω όλα τα παιδιά που βγήκαν από σένα
είναι παιδιά φιλότιμα, όλα τους ένα και ένα.
Κομνηνά μου είσαι όμορφο, τα λένε κι οι Απόστολοί σου
το λέει και ο Άι – Λευτέρης σου και η Αγία Τριάς σου.
Μας έθρεψες, μας πότισες, μας έκανες ανθρώπους
όμως εμείς σ’ αφήσαμε, πήγαμε σ’ άλλους τόπους.
Κάναμε σπίτια όμορφα, καλές επιχειρήσεις
όμως για σένα αγάπη μου μετρούν οι αναμνήσεις.
Κομνηνά, είσαι αμυγδαλιά που ανθίζεις το Γενάρη
είσαι τα ρόδα του Μαγιού, της Πασχαλιάς η χάρη.
Το  χώμα σου το ευλόγησε της Θεοτόκου η χάρη
και ήσουν μέσα στο Νομό, τις πόλεις μας, καμάρι.
Εσένα σε βλόγησε ο Θεός μα και σε ζήλεψε ο σεισμός.
Ήταν του Μάη δεκατρείς και ώρα μεσημέρι
σε χτύπησε ο εγκέλαδος με δίκοπο μαχαίρι.
Ράγισε και τα σπίτια σου, την όμορφη εκκλησιά σου
το όμορφο σχολείο μας και ράγισε η καρδιά μου.
Δεν θα το ήθελε ο Θεός, Κομνηνά μου, εσύ να σβήσεις
είναι γραμμένο από ψηλά, χρόνια πολλά να ζήσεις.
Να βγάλεις τέκνα ικανά, όπως και πρώτα είχες
-«Σας έθρεψα, σας πότισα», κάποτε μου το είπες.
Έκλαψα που σ’ αντίκρισα, πόνεσε η ψυχή μου
Κομνηνά, είσαι πανέμορφο, σε αγαπώ, καλό μου.
Σου χάλασε την ομορφιά η δεκατρείς του Μάη
όμως με σένα, αγάπη μου, η ασχημιά δεν πάει.
Είσαι λεβεντογέννα γη, σε πότισα ιδρώτα
γι’ αυτό και πάλι θα σε δω, πως ήσουνα και πρώτα.
Είδα το Χριστό να μας μιλά, την Παναγιά να κλαίει
-«Γιέ μου, φύλαξε τα Κομνηνά», η Παναγιά να λέει.
«Δείξε μέγα έλεος, ποτέ κακό μη δούνε
αυτούς να βοηθήσουμε, καλό για να εβρούνε».
Ο Αϊ – Κωνσταντίνος φώναξε και είπε στη Θεοτόκο
-«Τι έχεις, Θεοτόκε μου και είσαι λυπημένη;
Τι έχει και το Ιερό και είναι ραγισμένο;
Τι έχουν τα καντήλια σου και είναι σβηστά το βράδυ;
Μήπως τα σπίρτα έχασες, μήπως δεν έχεις λάδι;
Σε βλέπω από κει ψηλά, είσαι μες στο σκοτάδι.
Ποιοι είναι αυτοί που στέκονται μες στις αυλές παρέα
ποιοι είναι και κοιμήθηκαν ξεσκέπαστοι στα χόρτα;»
-«Έλα Άϊ – Κωνσταντίνε μου καλέ και άσε τις ερωτήσεις
βάλε κι εσύ το χέρι σου λίγο να βοηθήσεις.
Εμάζεψα τους χωριανούς για να τους βοηθήσω
και με βοήθεια Θεού, όλους να ελεήσω.
Εδώ θα στήσουν τις σκηνές, θα βάλουν και σημαία
ώσπου να γίνει το χωριό, θα ήμαστε παρέα».
Αφού εκείνα λέγανε και τούτα και τα άλλα
έφτασε και ο Αηλιάς στο άρμα του καβάλα.
Ήρθε και η Αγία Τριάς μαζί και με τους άλλους
πήγανε και καθίσανε κάτω στις ακακίες.
Πέρασαν απ’ την Παναγιά, την βρήκαν ραγισμένη
τους φάνηκε πως ήτανε πολύ κατεστραμμένη.
Αυτοί ήταν οι Άγιοι μα αυτές και οι Αγίες
που χρόνια προσκυνούσαμε σ’ αυτές τις εκκλησίες.
Και όλοι μαζί τα είπανε να φτιάξουν το χωριό τους
πρώτα το χέρι του Θεού, μετά και το δικό τους.
Στην Θεοτόκο απέναντι είναι και το σχολείο
έχει μεγάλες αίθουσες και ένα καλό γραφείο.
Θυμάμαι που καθόμουνα στο δεύτερο θρανίο.
Είναι μεγάλο, φτωχικό, μα έχει μέσα θησαυρό.
Χαρτιά πολλά δεν είχαμε, τετράδια, μολύβια
ήμασταν πολλά παιδιά σε μια κατάσταση ίδια.
Είχαμε και για δάσκαλο εμείς τον Κολουμπρίδη
ειλικρινής και ακούραστος, δούλευε με μεράκι.
Συνεργασία πάντοτε είχε με τους γονείς μας
αυτός που μας εδίδαξε της αρετής το δρόμο.
Και για πατρίδα και θρησκεία ορκιστήκαμε σ’ αυτούς
πως θα ήμαστε για πάντα πιο πιστοί κι απ’ τους πιστούς.
«Να’ ξερα πού ν’ το σπίτι σου να στείλω δυο λουλούδια
και μες στα τριαντάφυλλα δυο δίστιχα τραγούδια».
Αυτά που μ’ έμαθε αυτός να γράφω και να λέω
σήμερα τον θυμήθηκα κι αυτήν την ώρα κλαίω.
Είδα εγώ το σπίτι μας το μισοραγισμένο
το κοίταξα, με γνώρισε κι έκλαιγε το καημένο.
Κοίταξα γύρω στην αυλή, τα πάντα μαραμένα
τριανταφυλλιές και πασχαλιές, διψούσαν τα καημένα.
Και των γονιών μου το χωριό που κάποτε μιλούσε
τώρα θλιμμένο κι έρημο κρυφά μοιρολογούσε.
Μας έφυγαν οι χωριανοί, μας έκλεισαν τα σπίτια
που’ ναι τα γέλια κι οι χαρές που ΄χαμε μες στα σπίτια!
Εμείς εδώ θα μείνουμε έστω και διψασμένοι
τον τόπο να φυλάγουμε για να ΄ρθουν ξενιτεμένοι.
Ο ιερέας έκλαιγε δίπλα στην εκκλησία
και η Παναγιά τον φώναξε «πάτερ, θα γίνουν πάλι»!
Έκλαιγε πάλι ο παπάς σ’ όλους τους χωριανούς μας
και η Παναγιά πλησίασε και κάθισε παρέα.
-«Τι κλαις, αφέντη μου καλέ, τι λέει η αφεντιά σου
αν γλίτωνε η εκκλησιά κι έχανες τα παιδιά σου;
Μη κλαις παπά, μη κλαις, ευλογημένε,
θ’ ανοίξουμε τις εκκλησιές, θα’ ρθουν και οι ψαλτάδες
θα βγούν τα εξαπτέρια σου, θα πεις και βαγγέλια
θα βγεις με το δισκοπότηρο, θα βγεις με τριοκέρι
θα’ ρχονται πάλι οι χριστιανοί να σου φιλούν το χέρι».
Γέλασε τότε ο παπάς και είπε στην Παναγία
-«Εμείς, μαζί θα φτιάξουμε αυτήν την εκκλησία».